Ιατρική Διαμεσολάβηση / Διαμεσολαβητής

Τι είναι διαμεσολάβηση;

Ως διαμεσολάβηση νοείται μια διαρθρωμένη διαδικασία ανεξαρτήτως ονομασίας και με βασικά χαρακτηριστικά την εμπιστευτικότητα, την ιδιωτική αυτονομία, την ουδετερότητα  και αμεροληψία  του διαμεσολαβητή, στην οποία δύο ή περισσότερα μέρη επιχειρούν εκουσίως, με καλόπιστη συμπεριφορά και συναλλακτική ευθύτητα να επιλύσουν με συμφωνία μία διαφορά τους με τη βοήθεια του διαμεσολαβητή (άρθρο 178 ν.4512/2018).

Με πιο απλά λόγια η διαμεσολάβηση είναι μια διαδικασία στην οποία ένα τρίτο ουδέτερο μέρος βοηθάει δύο ή περισσότερα μέρη να φτάσουν εθελοντικά σε μια συμβιβαστική επίλυση των διαφορών τους.

Ενημερωθείτε και μέσα απο το αντίστοιχο βίντεο του Υπουργείου Δικαιοσύνης

Καθώς και απο τα παρακάτω link.

Link

Πότε είναι δυνατή η προσφυγή σε διαμεσολάβηση;

Η διαμεσολάβηση είναι δυνατή αν (άρθρο 181 ν.4512/2018):

  •  τα μέρη συμφωνήσουν σε αυτή πριν ή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας
  • αν κληθούν να προσφύγουν σε αυτή από το δικαστήριο
  • αν διαταχθεί διαμεσολάβηση από δικαστήριο άλλου κράτους-μέλους
  • αν επιβάλλεται με νόμο

Ποιες διαφορές υπάγονται στη διαμεσολάβηση;

Αστικές και εμπορικές διαφορές ιδιωτικού δικαίου με τη συμφωνία των μερών, υπό τον όρο πως τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς. Δεν υπάγονται σε

διαμεσολάβηση διαφορές για την επίλυση των οποίων υπάρχουν κανόνες αναγκαστικού δικαίου (πχ τελωνειακές, φορολογικές, διοικητικές). (άρθρο 180 ν.4512/2018).

Στην κατηγορία των αστικών διαφορών περιλαμβάνονται και οι υποθέσεις αστικής ευθύνης ιατρών για αμέλεια. Σύμφωνα με την νέα ευρωπαική και ελληνική νομοθεσία αυτές οι υποθέσεις πρέπει ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ να εισέλθουν στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, σαν εξωδικαστική προσπάθεια επίλυσης της διαφοράς. Αν με την διαμεσολάβηση δεν βρεθεί λύση που να βρει σύμφωνα τα δύο αντίθετα μέρη, τότε θα ακολουθήσει η δικαστική διαδικασία, όπως είναι η συνήθης οδός μέχρι τώρα.

Λόγω της ιδιαίτερης φύσης των υποθέσεων ιατρικής αμέλειας και ευθύνης, ο διαμεσολαβητής που τυγχάνει  να είναι και ιατρός μπορεί να χειριστεί με γνώση και ευχέρεια τις υποθέσεις αυτές.

Σε τι διαφέρει η διαμεσολάβηση από τη δικαστική οδό;

Σε αντίθεση με μία δίκη, η διαμεσολάβηση δεν έχει στόχο να αποδώσει ευθύνες, ούτε να κρίνει ποιο είναι το δίκαιο και το σωστό. Αντίθετα, σκοπός της διαμεσολάβησης είναι να

δώσει την ευκαιρία στα μέρη να βρουν διέξοδο, να εκφραστούν συναισθηματικά, να ξεκαθαρίσουν τυχόν παρεξηγήσεις, να προσδιορίσουν μόνοι τους τα συμφέροντα και τις

ανησυχίες τους, να ανακαλύψουν έδαφος κοινού ενδιαφέροντος και να συνεργαστούν ώστε να φτάσουν στην όσο το δυνατόν καλύτερη αμοιβαία αποδεκτή λύση.

Σε τι διαφέρει η διαμεσολάβηση από τη διαιτησία;

Διαμεσολάβηση και διαιτησία αποτελούν και οι δύο υποβοηθούμενες διαδικασίες διαχείρισης σύγκρουσης, όμως και στην περίπτωση της διαιτησίας όπως και στη δίκη, η

λύση επιβάλλεται. Στην διαιτησία λοιπόν, εν αντιθέσει με τη διαμεσολάβηση, εκδίδεται δεσμευτική απόφαση από ένα τρίτο πρόσωπο, υπερισχύει ο νόμος, γίνονται μόνο κοινές

συναντήσεις μεταξύ των μερών, είναι σαφώς πιο ακριβή και πιο χρονοβόρα. Η διαμεσολάβηση είναι περισσότερο συνεργατική, διενεργούνται κοινές αλλά και ιδιωτικές συναντήσεις, ενώ είναι γρηγορότερη και με μικρότερο κόστος.

Ποιος είναι ο ρόλος του διαμεσολαβητή

Ως διαμεσολαβητής νοείται τρίτο πρόσωπο σε σχέση με τους διαδίκους και τη διαφορά, που αναλαμβάνει να διαμεσολαβήσει με κατάλληλο, αποτελεσματικό και αμερόληπτο τρόπο, διευκολύνοντας τα συμμετέχοντα μέρη να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση της διαφοράς τους.

Ο διαμεσολαβητής πρέπει να είναι νόμιμα διαπιστευμένος στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 179 ν.4512/2018).

Ο διαμεσολαβητής οφείλει να είναι συντονιστής ενός εποικοδομητικού διαλόγου, να δημιουργεί γέφυρες επικοινωνίας ανάμεσα στα μέρη, να διευκρινίζει ζητήματα και καταστάσεις, να βοηθάει τα μέρη να διαχωρίσουν τις θέσεις τους από τα συμφέροντά τους, να δημιουργεί επιλογές και να βοηθά τα μέρη να διερευνούν λύσεις με ρεαλιστικά κριτήρια.

Δεν λαμβάνει ο ίδιος καμία απόφαση, όπως ο δικαστής, ούτε μπορεί να εκφράσει την δική του άποψη με σκοπό να επηρεάσει τα μέρη λέγοντας ο ίδιος τι θεωρεί σωστό και δίκαιο.

Με την ολοκλήρωση της διαμεσολάβησης και εφ’ όσον τα αντίθετα μέρη συμφωνήσουν, τότε η συμφωνία τους αναγνωρίζεται από τα αρμόδια όργανα επίσημα και η υπόθεση τελειώνει εκεί. Η όλη διαδικασία γίνεται με συζήτηση των αντίθετων μερών με την παρεμβολή του διαμεσολαβητή, σε χώρο που προτείνει ο διαμεσολαβητής (γραφεία κατά κανόνα), σε μία ή περισσότερες συναντήσεις, μέχρι να συμφωνήσουν τα αντίθετα μέρη ή να συμφωνήσουν ότι δεν πρόκειται να γεφυρωθεί η διαφωνία τους, οπότε προχωρούν σε δικαστική διαμάχη.